Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Κεντρική πλοήγηση
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Αναζήτηση ανά Ερευνητικό Κέντρο
Εικονική Περιήγηση στο Μέγαρο
Πολυμεσικά Αντικείμενα
3D Αντικείμενα
Βίντεο
Ιστορικοί Χάρτες
Οικιστικός και Χωροταξικός Χάρτης Ελλάδος
Σαν Σήμερα
Greek
English
Login
Default
Graph
Γεωγραφικό Όνομα
Κάλυμνος.
Είδος οντότητας
Γενική κατηγορία τοποθεσίας
Γλώσσα οντότητας
Ελληνικά
Wikidata
Q527809 ⟶
Πατήστε εδώ
Γεωγραφική κάλυψη
163
Προβολή λίστας
Αναράες (γ)ένουνται, όσες πεθαίνουν λογχούες (κεχώ). Αναρά, κείνη που έν (δεν) τηχ χωνέβζει η γής, σαν τον -γ- Γουργούλλακα.
Μιαν φορά, των ψυχώ του Μά, ήτον οι δεκαγγάρη(δ)ες (δεκατισταί)κ'ιειά στις Βούες, πό πόξω που τον Ταξιέρση, απούντου (ακριβώς) μεσημέρι. Κ'ιειά που κάθουντον βλέπει ένας δεκαγγιάρης πάνω στο μνήμα μια ζυναίκα καθημένη κ 'ι' ητράβαν τα μαλλιά της κ'ι' ήλεεν : ''Καμός πούναι χωρίς να (δ)ής, να λέης κα…
Πρώτα ηπα(γ)αίννα που τομ Βαθύ κι ηφέρναν χώμα του γιαλού και μικρά άσπρα χαλικάκια που σιονίζαν (χιονίζαν)κι ηστρώνναν πο κάτω τον τάφο τους για να σονίζει, γιατί οι αμαρτωλοί κάθουνται ως την Δευτέρα Παρουσία στον τάφο και πο πάνω ηβάλλαν τα σεντούκια τους που τημ μέσην και πάνω, ηβάζαν μόνο το κα…
Ο Αρχάγγελος βαστά ένα ζεμπίλλι με σι(δ)ερικά και με το άλλο σέρι το σπαθιίν του. Η φύση β'ζαίννει που (απο) τα είκοσι νύσσ'α (νύχια) του αφού κόψει ούλος τους γοφφούς ο Χάρος και που τον μπόνο (πόνο) του σπαράσσει το σώμα και τρίσσ'ει 9τρίζει)τα γόgια του ο άθρωπος.
Τον γκαιρό του θανατικού ήβαλλεν ο παπάς τημ μετάδοση μες τη σταφί(δ)α κ'ι' ήδωννε την του μόρτη (φύλακα που το πέρασε)και την ηπήαιννε στον άρρωστο που ξεψυχούσε.
Εμείς πααίννομε ναυλωμένοι, ο ναύλος μας είναι το κερί που μας βάλλουν στο στόμα χωρίς εκείνο έμ(δεν)πααίννομε. Το κερί είναι ο ναύλος που πληρώνομε του Αγγέλου.
Ο Αρχάγγελος πάει στους αμαρτωλούς με το είδος αγιρ'ζώτατο (αγριώτατον), και στους δίκαιους πάει με την λάψη.
Ο Τούρκος ήπαιρνε τημ Πόλη με πονηρ’ξια είχεν ένα φούρνο σι(δ)ερένιο κι ημετακίνα-ν-το, και σαν τον βλέπαν οι Ρωμιοί,ηφο(β)ούντο να μην τους κάψει κ’ ι’ ηκόφτασι ήπαιρνε λλίο – λλίο, ένα-ένα χνάρι του πετσού της πατούσας, ώσπου την πήρεν ούλη.
Ο Θεός των Τούρκων μπήκε με φούρνο στο κεφάλι στην Πόλη, κειά που ζωντάνεψαν τα ψάρια.
Εδώ που μας κατάστρεψεν ο Θεός και μας ήβαλε κάτω που τον τύραννο, είναι γιατί ανέβαιναν στα κατηχούμενα, στην Αγιά Σοφιά, με τ’ αλόγατα κι ήπαιρναν το αντίερο (αντίδωρο) οι Ρωμαίοι με το περούνι το μαλαματένο.
Δώδεκα Δεσποτάδες πή(γ)αν κι ήθαψαν το ένα ψάρι που πέθανε στέκουν τ’ άλλα σε μια χαβούζα στην Παναγιά του Πανουκλή.
Σπήλαιον παρά τη Χώρα. Η παράδοσις λέγει ότι εκορεύθησαν ποτέ εκεί ύδρευσιν επτά παρθένες ς ότι εφονεύθησαν εν αυτό, καταπεσόντος μέρος του σπηλαίου. Πιθανόν ότι το ύδωρ ωνομάσθη κατ’ αρχάς παρθένια δια την καθαριότητά τους, όπως τόσαι αλλά πηγαί και ποταμός της έλαβε το όνομα τούτο, έπειτα δε επλάσ…
Ρίνα= λιμενίσκος εφράσσετο άλλοτε δι’ αλύσσεως, δια κατά την παράδοσιν ο ελθών εκ της Κώ Τουρκικός στόλος περί το 1560 εναγκάσθη ν’ αποβιβάση εκ το Καμπί (χωρίον πλησίον) στρατού, όστις κατά τη νύκτα του Πάσχα κατέσφαξε τας Χριστιανούς τούτου ένεκα οι κάτοικοι του Βαθέος κατά την νύκτα της Αναστάσεω…
Ο Χριστός της Ιερουσαλήμ- ερείπια τώρα- ήταν χτισμένος πάνω στον αρχαίο ναό του Απόλλωνος – ας πούμε με τα ερείπια του και τα λείψανα κιόνων και μαρμάρων, που πολλά σώζονται με αρχαίες επιγραφές. Την παράδση την άκουσα από την καλογριά την Τσουγκράναινα και κείνη πάλι από τον παπά- Μελέτιο «Άγιος άθ…
Στα δυτικά της Καλύμνου, σαν πρόστηθο, βουνίσιο κεφάλι ή ακρωτήρι, είναι το Καστέλλι, με Βυζαντινά τειχιά ζωσμένο ακόμη και άλλα ρέπια και λείψανα κατάκορφα. Στα παλιά τα χρόνια – λέει ο θρύλος – ζούσε εκεί το Βασιλόπουλο. Και αντίκρυ πέρα το αψηλόβουνο νησάκι της Τελέντου, με το στενό μπογάζι ανάμε…
Αντρζειωμένος= ανδρειωμένος, ο έχων μεγάλην ανδρείαν.
Στην «Υπακουή», νέο παρεκκλήσι κολλητό στην παλαιό – χριστιανική εκκλησία: «Χριστός της Ιερουσαλήμ» (ερειπωμένη τώρα), χτισμένη με μάρμαρα του ναού του Απόλλωνος, στα θεμέλια του επάνω η καλογριά η Τσουγγράναινα, που πήε ν’ ανάψει το καντήλι, απόσπερα, εί(δ)ε κι’ ήτον gυό αθρώποι μισούρανοι στο μάκρ…
«Κάμινος»: απ’ αυτό, τη λέξη και το περιστατικό, λέει ένα παραμυθόλογο, βγήκε τ’ όνομα «Κάλυμνος». Το Κάμινος από την πυρκαγιά και την μεγάλη αναλαμπή, που την έβλεπαν ως από πάνω από την Μυτιλήνη πυρκαγιά του δάσους στο Καραβοστάσι (1) και το βουνό της Παρασεβαστής (2), όταν πήε κι’ άραξε ο Μέγας Κ…
Μιάφ φοράν ήτον εφτά κόρες τσ’ι ηπηαίναν στα κλαgιά κι’ ήβρεσεν εί(δ)αν έναν σπήλιο κ’ ι ήμπαν μέσα, που όλον ήβρεσεν εκ’ ειά που ήβρεσεν, ήπφεσεν ένα κομμάτι κι ‘ήφραξεν τημ πόρτα κι’ ηπεθάναν μέσα και τον είπαν ως τα σήμμερα τον σπήλιο – «οι Εφτά Παρθένες». Άλλη παραλλαγή λέει, πως τις κυνηγήσαν Τ…
Σημείον αντρείας είναι οι χρουσές τρίχες και η νορά.
Ένας Λόρδος ήσκαψε στοδ Δάμο κ’ ι’ ηύρεν μιαν πλάκα μπακκιρένια με τον Ερμήν πάνω, που ‘τον ο Πατριάρσης των Ζελλήνων. [Δάμος τοποθεσία= Δωρικός οικισμός, όπου πολλοί τάφοι και ευρήματα]
“Τον γκαιρό των παλιών Ζελλήνων, που 'σαν όλο μσκυρ'ζιοί κι όμορφοι άθρωποι, η Θωδώρα, που 'τον η Βασίλισ'σα της Πόλης, ήτον (γ)υναίκα θεοφώσμένη κι είσεν πνευμματικό τον Γρηγόριο και το Χρυσόστομο κι' ηπάαιννεν κ' ι' ηβρισ΄σέν τους κ' ι' εξομολοούσαν την ήλασεν (έλαχε) να πάει ο άντρας της, ο βασιλ…
Μια -φ-φορά πήεν η Καλουρ’ζιά ά (να) θυμιάσει τον άϊ – Παντελέμονα κ’ ι άμα ηθύμιασεν ήκλεισεν τημ πόρταν του, κ’ι ευτός ηξεστούλλωσέν την κι ητόνισεν την γκάτω, γιατί θέλει νάναι πάντα αννοιχτή, α (να) βλέπει άντικρυ στην Αμοργό τημ μάνα του. Το βράδυ της παραμονής της Αναλήψεως του Χριστού, σε όλα…
Τα φαρμακερά ερπετά κ’ ι όλα τ’ άγιρ’ζια (άγρια) ζούμπερα που κεντρώνουν, ξερνούν το φαρμάκιν τους κάθε Παρασ’ σεβζή (Παρασκευή) με τα πάθη του Χριστού.
Μια φ – φορά ένας άνθρωπος ήταξε στον Παλιοριμιώτη (Πανορμίτη – Πανοριμιώτη) μια ψείρα της σάρκας του, ηντράπηκε να του πάει τη ψείρα της σάρκας του κ’ ι’ ήκαμεν την ασημωμένην, ύστερις ηπήεν την και εν (δεν) τηδ δέχτηκε, ήπηεν του πάλι τη ψείρα της σάρκας κ’ ι’ ηέχτηκεν τη (δέχτηκε) και τώρα λαπιέβ…
Το στόμα της γάτας είναι γανωμένο και ευλο(γ)ημένο, γιατί ήφαεν τον σαμιώμυτθα, που πήεν μες τημ μετάδοση (Δεν πιάνει ακαθαρσία)
Το άστρο τ' αγλαμπρό, που β'ζαίννει την νύχτα και λέν το πισπερίτη, είναι το φανάρι του Θεού,να το καλοκοιτάξης μ ένα ψιλό τσιππί (τσιπίδι), θα (δ)ής και το ψάσμαν του (το πιάσιμο), που φαίνεται πό πάνω. Φωτίζει των Αγγέλω στους ουρανούς κι' αν είναι του Θεού άθρωπος, μπορείς και χωρίς το τσιππί (ν)…
Όταν μαλλώσουν δυό γυναίκες, μπορεί να τις ακούσεις να λένε : “αρή (μαρή) κάου βουά (κάθου βουβά) να μην ζενούμε σαν γκαί κ' είνους που 'ναι – ν' μέσα στο φεγγάρι”. Κι έχουν να πούνε, πως μια φορά που μαλλώναν δυό αδερφοί, κατέβη το φεγγάρι και τους πήρε μέσα.
Άμμα βρέξει ο Θιός και βροντήσει, λέμε : “όντας βροντήσει η Αστροπαλλιά (είναι μεσημβρινό – δυτικά, προβέζα ή γαρμπής, της Καλύμνου), κόφτε βοσ' σε μου στηφ φωλιά. Κι ύστερις, άμμα βζή η κυρά Σελένη (ουράνιο τόξο) μες το μπουρούνι, πραάλλομεν (προβάλλομε) και λαάζομεν (κοιτάζομε – ίσως λογιάζομε) τη…
Πρώτα ηπή(γ)αίνναν ξ'ι ηχορέβγαν στα Τσούκκουα ηχορούσαν καβάgια στητά, κατάχρουσα πό χαρέ (χαρέδες), πό πόξω ηχορούσαν ρασί, και το βά(δ)ι (γ)ύρου – ύρου ήτο με σιζέφσια σαν κορδέλλες, και ζωσμένες με κολάνια στην άκηρ'ζια (άκρη). Σαν τέλειωνε η Παναγία, η χαριτωμένη, που χτίζετο τοτεσε(δ)ά στα Τσί…
Μια φ – φορά έναν καράβι που πέρνα που τον Άη – Φώτη, ηκαϊνάτισεβ (μπατάρισε ή έκαμε νερά), κ' ιαί κ' 'ειά μες το καράβιν ήτον Τούρσοι και Χριστιανοί κ' ι' οι Χριστιανοί άμα-ν- είασειν (είδασι) κι 'εν (δεν) ηξέρασιν ίντα να κάμουν, ητάξασι στον Άϊ - Φώτη : Άϊ μου Φώτη, σώσε μας να βγούμεν όξω κ' αι …
Η Φώκια ήταν γυναίκα κ'ηκαταράστηκεν την ο θεός και τώρα σαν πλέψει, φαίνεται σαν άνθρωπος, γι' αυτό ζή και στη στεριά.
Όνειρο για μαλλί-θησαυρό, αρχαίον. Μια κόρη γράφει, από τον Πειραιά, στην Κάλυμνο, της μάνας της : ‘’…είδα, μάνα, να μου γράφεις για το χωράφι ρωτήσετε σείς, αν είναι στην Κάλυμνο κανένας από του Γουλιέλμου ή μόνες σας κάμετε την απόπειρα. Η χάρις του Τιμίου-Σταυρού, όπως ανευρέθηκεν και εστηρίχθη η…
Η Τρανταφυλλιά, του Σατσελλάρη της Τσόλαινας η πετθερά, μας είπεν , ότι μια νύχτα είμεστε σ’έναν γάμο σαν η (γ)υσίσαμε στο σπίτιν μας ήτον πολύ-νύχτα κ ‘ι’ ήλασεν να κατρουλλίσει το παι(δ)ίμ μας και πήα να βγώ όξω να το πλύνω κ ‘ ειά πούμουν σκυμμένη, κάμνω να σηκωθώ και βρίτσει η κεφαλή μου στην κα…
Ηκοιμούνταν στο γώμα(δώμα) της Ερνούαινας κ ‘ ι ‘ ήκουσαν παιχνίgια που (από) τημ Μέσα-Λαγκά, κ’ ιαί ζάν (σαν) ηφτάσασιν παρακάτω, εί(δ)ασιν έναν Αράπη γκ’ ηκράτει (δ)ι κέλλι κ ‘ ι ‘ εφτά (γ)υναίκες ηκρατούσαν αξίνες.Κ’ ειά που χτυπήσαν κάτω τις αξίνες , ήνναψε φωτιά σ’οχτώ σπίgια ύστερις πήαν ως το…
Ο Νικόλας ο Μπιλλήρης πριχού να ένη (γίνει) ή σύση ( χύση-κατακλυσμός) κ’ ι ‘ έν ήτο (δεν ήταν) να κοπή η Πεζούλα του Πιθαργιού κ ‘ αί μπορούσαν κ ‘ ι ‘ ηκατέβαιναν κάτω στο σπήλιο ,ήβρεν μιάν ζιστέρνα (στέρνα) μ’ένα μάρμαρο στα σείλη(χείλη), κ ‘ ι ‘ ησκάλισεν με το ραβδίν του κάτω κ ‘ ι ‘ ήκουσε-ν-…
Η Νεμουκούαινα η Βλάμενα ηπά(γ)αιννε στη θάλασσ’ α, στα Λινάρ’ ζια εκ’ιά στης Κουνελλιούαινας τα’αμπέλι, μές τοδ δρόμο έσ’ει έναμ μάρμαρο, εκ’ ιά εί(δ)εν ρο μάρμαρο (γ)εμάτομ ‘πό χρυσάφι κι ‘ ηφώναξεν : -μμά γροσ’σάρες , κι ήρπαξεν τζυό φούχτες και τάβαλεν στήμ ποgιάν της, τσ’ι’ ευτύς ήμεινεν τζιαγά…
Η καλή του Τσακνή μου ‘πεν:μια φορά είμεστε στη Συκάτη κι ηλωνέβγαμε και η Ψαραίνα επήεν για νερό στο πη(γ)ά(δ)ιν της Συκάτης κ’ί’ ήτον μαλαμένη τα’ ευτύς ξεράτθηκεν το πη(γ)άιν, τα’ ιαί σίντας ήρτεν στο σπίτιν της, ήμεινεν ο κόσμος τρείς ημέρες (δ)ιψασμένος κι ηπα(γ)αίναν τ’σ’ ηπαίρναν νερόν που τα…
Μια λεύτερη πήεν στη βρύση, την Νεμουκούαινα, (ν)α πα΄ρει νερό εκ'ειά βζαίννει έναμ πρόσωπο (γ)υναικίστικο που τη βρύση κ'ι' ημιλούσεν της κόρης κ'ιαί κείνη (δ)εν ηθέλε (ν)α της απαντήσει. Σαν ήφεβζεν της είπεν (ν)α (γ)υρίσει (ν)α της πή τζυό λόγια. -(Ν)α σε μουζώσω θέλω, να ξανα(γ)υρίσω. Όταν πήε σ…
Ο Σατσελλάρης ο Χουρδάς μούπεν : έναν μεσημέρι ηρκούμεστε που τόμ Βαθύ (τοπωνύμιον) και σαν είμεστε γκόμα στ'ανεβόλεμα (ανήφορο) της Πη(γ)ής (η κορφή του βουνού), η(δ)ίψασεν η κουνιάδα μου κι ήπηεν να ψή νερό που το πη(γ)άιν πούναιν 'κειάμεσα στο μιάλο λαγγά(δ)ι, κι ήτον μαλαμένη (στα έμμηνα) κι ηστ…
Πάνω στα Σκαλιά έσει μια βρύση άμα ήθελαν να πάσι στο νερό, ηβαστούσασι θυμιατό κι ηθυμιάζαν το, γιτί είχε Στοιχειό έναν φουστενελλά, ο ένας του πάς (πόδι) ήτον μες το νερό κ'ι' ο άλλος στο φραμό κοντά, ένα μίλι αλάργα. Άμα θα μπή καμμιά (γ)υναίκα πάνω στο πηάι γγίζεται ευτύς. Στον παλιό καιρό ηννάβ…
Στη Βρύση εν ηννάφταν μόνο καντήλι, παρά ηθυμιάζαν κιόλα και το θυμιαστήρι (δ)εν υπόλειπε που την γόση (κόγχη) που 'ναι (δ)ίπλα στο θολάρι, και το λα(δ)ικο. Κι όψος (όποιος) ηπέρνα-ν-πο κειά για (ή) ηπάαιννε στο νερό κι ήβρισ'σέν το σβυστό, ήνναφτε το καντήλι, γιατί ηφο(β)άτο-ν-τό Στοισειό. Κι ΄ςζου…
Ψηλά στο καμάρι πούσει το βρυσικόν πηάι, πήεν να ψή μια (γ)υναίκα ανήπλυτη κ'ι' ηπρήστηκε με υδρώπεκα κι ήβγαλε βούλλες-βούλλες μαύρες κι' ηπέθενα. Και μια άλλη βρύση, η Καλλιώτισσα, είναι πολλύ στοισειωμένη. -Και το πηάιν της Συκάτης ο Ξυλοκεραγγιάς και της Συκομεριάς ο Ξελουράς, στοιχειώνουν και κ…
Στα Σκαλιά (τοπωνύμιον) ηκαθούμεστε αντάμα με τον Σταυρή τόβ βοσκό κάτω που τον ίσ’σο (ίσκιο) μιανής ρπ(δ)ακινιάς, (δ)ίπλα στη βρύση ζάν με (δ)έν πούβλεπα τηβ βρύση με το παλιόν της καμάρι (θολάρι), ητθυμήθηκεν (ν)α μου πή : ‘’Ζάν είμουν κόμα μικρόν κοπέλλι, ήστελλέν με πολλές φορές ο πάππους μου κι…
Στοβ Βαθύ, στην πίσω Κυραψηλή, έσει gυό παμπάλαια πιρνάρζ'ια κ'αι κ'ειά που πήεν ένας άθρωπος να κόψει ξύλο πο πάνω τους ηκούλλανεν του τα σέρζ' ια του. Μπρός, στα Χοχλακάρικα, έσει ένα Μοναστήρι που το λέσι (λένε) Αρχάγγελο. Στην αυλήν του έσει μιάβ βολανιgιά (δρύ) σιλιώ-χρονώ. Μια-φ-φορά ηπήασι gυ…
Η Γοργόνα ήτον αντρειωμένη έν είσ’εν ιταιρόν της. Τα καράβζ’ια ‘’ς τα παννιά, και κείνη τα σταματούσε με τα’άπλωμα τώ σσ’ερζ’ιών της κι αρσ’ινούσε το τραούι που λώλλαινε. Κι ο καπετάνος ωρμούσε να τη ψάση που τα μαλλιά που τον ανέπλεκα και ξαπλωτά ‘ς τη θάλασσα, και κείνη βουλλούσε κ’ήπερτε-ν ο καπε…
Η Γοργόνα ήτον αντρωμένη (αντρειωμενη), (δ)εν είσεν ιταιρόν της (ταίρι της) τα καράβζια στα παννιά και κείνη τα σταματούσε με το άπλωμα των σ’σεριών της (χεριών) κι αρσινούσε (άρχιζε) το τρα(γ)ούιν που λώλλαινε. Κι ο καπετάνος ορμούσε να την ψάσει που τα μαλλιά, που τον ανέπλεκα και ξαπλωτά στηθ θάλ…
Βορειο-δυτικά της Τελέντου, λίγο ανοιχτά, πλέει, σαν ένα κεφάλι, ένας εξώμωλος. Τότε λένε Φράγκο και ποιος ξέρει, αν δεν έχει σχέση με την εξής παραλλαγή : Η Βασιλοπούλα (δ)εν ηθέλε το Βασιλόπουλλο. Τον Φράγκο, κι ήστερξε να το πάρει με το στέσημα (στοίχημα) : αν μπορούσε να (γ)εμίσει τηθ θάλασσ’ α-…
Η Βασιλοπούλα (δ)εν ηστέρ'ζετο να μπή σε κόσμο, να πάρει άντραν της το Βασιλόπουλλο του Καστελλιού κι' ηκαταράστηκεν την η μάνα της κι είπεν της : -άμε, κόρη μου, και να (γ)ένης Γοργόνα και να βουλλάς στηθ θάλασσα-λε(λέει) ''θα (γ)ένω Γοργόνα, μα θα τρώω τους αθρώπους''. Και σαν ήπλεβζεν (έπλεε) η Γ…
Στις τριάντα του Νοέμβρη-τ' άι-Ντιρζιά (αγίου- Αντρέα) που κάμνουν τις ζυριστές (γυριστές-λουκουμάδες), μπορεί να μπή κάτω που τοφ φανώχτη ο καλικάντζαρος και τον παραφυλάουσι φρά'σσουν και τόφ φανώχτη 'πό πάνω που το γώμα (δώμα), να μην μπή να κατουρήσει στο τσουκάλι.
Άν βρή κανέναν όξω ο καλικάντζαρος που το σπίτιν του, νύχτα-χριστούγεννα, τον καλλικέβ'ζει (καβάλλα) καβάλλα και του λέει : ''βάστα με καλά γα(δ)ούρι, (ν)α μην σου μπήξω την αλώνα και τον αργατθά στον γκώλο. ( αλώνα= λέξη ακαθόριστη, ίσως ο κέντης, που κεντούνε τα ζώα, όταν αλωνίζουν, αργατθά= το εγ…
Άμμα σπάρτει παιί του Εβγαγγελισμού (Ευαγγελισμού) το βρά(δ)υ, (γ)εννιέται τα Χριστούγεννα, τα λοιπονίς (το λοιπόν) είτε (γ)εννηθεί αρσενικό το λέσι καλικάντζαρον, άν είναι γκόρη τήνε λέσι Γιαλλού. Φτός(αυτός) ο Καλικάντζαρας εν (δεν) γκοιμάται τα Χριστούγεννα, παρά (γ)υρίζει κ'ι' άμμα βρεί άθρωπο τ…
Τα φανάρζια που βλέπαμεν απο το Μαράσι να πη(γ)αίννουν την νύχτα, ηλέ(γ)αμεν, πώς ήτον οι καλικαντζάροι. Όταν ησφυρίζαμεν την νύχτα, μας ημαλλώναν, γιατί ξυπνούσαμεν κι ημαζώνουντον τα κακά πνέμματα, οι Εξωπο(ο)οι
«Τετράη (Τετάρτη) μου στον άντρα μου, Πέφτη μου στα παιgιά μου, σεβ’ζή στα μμάgια μου, πούνε παρη(γ)ορ’ ζια μου». Τις προσωποποιούσαν και τις τιμούσαν. «Τετράη και Παρασ’ σεβ’ ζη τα νύσ’ σα σου μην κόψης, την Κυρ’ζιακή μη χτενιστής, α τθέλης να προκόψης». Η Τετράη μπήκε στο σπίτιν μιας ζυναίκας που …
Πρώτα οι Τετράες κ’ι η Παρατσεβζή κ’ι η (Δ)εφτέρα η(γ)ένουνταν (γ)υναίκες. Μια παπαgιά ήκαμνε παράνυχτα τουνούκλα, Τετράη – βρά(δ)υ, κ’ι ήρτεν που το πανωπόρτι μια (γ)υναίκα κ’ι είπεν της: λίμενε (περίμενε) α (να) πα φέρω τηδ δουλειά μου (ν)α νυχτερέβγομεν αντάμα, ύστερις ημάλλωσέν της ο παπάς πρύξε…
Ο Νικόλαος ο Στεφα(δ)ούρος ήρσετον νύχτα που τα Σκάλια και τον ήπηρεν ο Τζιόλος πο πίσω πρόφτασεν και ήμπε μες το σπίτι του κ ι ήκατσεν να φάει ψωμί εκ ιά που ήτρωεν, μούγκριζεν και μούϊζεν ένας σοίρος στημ πόρταν, ήπηεν να του πη: «ούτσι» κι ηπόμεινεν άφωνος κι ηπέθανεν σε τρεις ημέρες, [Τζιόλος= δ…
Τον καιρό του πολέμου στο 1897 αγόραζαν τις πινακίδες των αρνών μια πινακίδα πουλήθηκε δυό μετζήτια, γιατί είχε τον Διάδοχο πάνω στο γεφύρι της Άρτας και στρατό. Κάποιος Χρύσανθος είχε δει τότε όνειρο τον Βασιλιά Γεώργιο με γένεια, σα νάταν, λέει, Δημογέροντας και γύρευε μια κόρη πούχασε, και τον εί…
Η καλουρ’ζιά του Ταξιάρση και της Αγιάς – Μαρίνας ηθέλασιν να κάμουν λουτουρ’ζιά στον Άϊ – Ελιά. Την νύχτα ήρθεν και τις ξύπνησεν ένας παπάς κι αυτός ήταν ο πειρασμός τους επήεν ως τους Κουκκούμους τ΄σι είπεν τους: «ψο καλά να μπούμε σ’ αυτόν τον σπήλιο να σας λουτουρ’ζήσω, παρά να πάμεν στον ψηλόν …
Ο Γιάννης ο Πιζάνιας ήτον βοσκός ήρσετον που τον Εμπορ’ζιό ήρτεν ως το Καστέλλι κ’ ι ήκουσεφ φωνή που του Ηλιού τα λίγκια: «αλίμενέ με και μένα» κι είπεν μέσα του: «αυτός εν είναι βοσκός, μόνον να τρέξω κουστουρδί». Και σίντας ήρτεν στο Ερό – χωρ’ζιό, στο πη(γ)άϊν, ήκουσεν τηφ φωνή που το Καστέλλι, …
Όντας ε(δ)ούμεν να πφέφτει και να σύννεται ένα άστρο που τον ουρανό, φτούμεν και λέμεν: «πάννε (πήγαινε) στ’ απύρι», γιατί ‘ναι εξω(δ)ός που ο Θεός το τζιώχνει που τον ουρανό. Στον καιρό του θανατικού οι γυναίκες ως αποκρουστικό βάζαν στους παραστάθες ατήανο (απήγανο).
Στο Πιθάρι (τοπωνύμιον) λέσιν, πως είναι το μενόρι (διαμονή – μέρος) των εξωποών (πειρασμών) το λοιπόν ένας ρεσπέρης (σπορέας – σκαφτιάς) ήσκαβ’ζεν κ’ ειαγά το βρά(δ)υ πήε στα σπηλλιάgια (ν)α πφέσει, γιατί ένεσει (δεν έχει) πλιο κ’ειάπερα σπίgια και σίντας ήνναψε τηφ φωgιά κ ι ηπισπέριζε, κούει κ’ι’…
Μιαφ φορά ήτον ένας μάστορης, χαρσιάς (χαλκιάς), κ’ι’ άμμα ήθελεν (ν)α ξυπνήσει την αβζή (δ)εν ηκάμνεν τον σααυρόν του, παρά κ’ειά που σηκώννετο που τημ μονή, ηπάαιννε ευτύς κ’ι’ ‘ηψαννε – δ – δουλειά ήθελε να κόβζει καρφσιά κ’αι να τα τονά χάμαι κ’ αι να λέει: «μες τα – μ – μάgια σου» πολλές φορές.…
Τζάολος=διάβολος
Μια άλλη παράδοση λέει, πως την ησκότωσε την Πανούκλα και πο τότε στα κονίσματα ζωγραφίζουν τον άϊ – Χαράλαμπο, που πατεί στα πόgια (πόδια) του το σώμα της αγριογυναίκας, της Πανούκλας, κι έχει το κοντάρι του μπηγμένο στο στήθος της.
Τον παρακάτω θρύλο άκουσα από τη Μαρζιά την Ζεμπιλλαίνα που κατοικούσε πάντα στ’ Αργινώντα: «Τα Σκάλια (τοπωνύμιον) τα (εδώ) κοντά, ημολώθηκαν μόνο, μα η Παναγιά μας, η Γαλαgιανή, μιάλη η Χάρη της, εν ηφήκεν το κακό (ν)α κοντοσιμώσει καθόλου τα πέρα. Τόχω ακουστά που τημ μάνα μου το ιστορικό: πως τη…
Η παλιά η Καλο(γ)έραινα μου είπε: Ζαν (σαν) ηπερμαζώχτησαν πάλιν οι νοικοκυροί στα σπίgια τους, ζαν ήφυεν το κακό, ήκουσα που τον Νικόλα της Μυλωνούς, που τόγιεν (είδε), πως ήτον μια αντρο(γ)υναίκα, μακροβιτσίλλα (όρνεον αετοειδές), (δ)υναμωμένη, άγιρ’ζια κι ανεμαλλαρ’ζιά κι ηκράτειν στην (δ)εξιάν τ…
Μιαν φορά μας ήδοξε κ ι’ ηπφέσαμε στην ταράτσαν μας με τις (γ)ειτόνισσ’ες κ’ ι’ ήρτασιν τζυό ασπροφόρες κ’ι’ η μια ήλεεν της αλληνής: «αρή μην τις πειράξης, γιατί ‘ναιν καλές ζυναίκες κ’αι μας θυμιάζουσι, κ’ι’ ύστερις ήκουσεν η μάνα του τις φωνές κι ησηκώθηκεν κ’ι’ ησηκώθηκεν κ’ι’ η(γ)υρίζασιν (γ)ύρ…
Του Γιάννη του Πιζάνια του πάντηξε μια πραάτα (πρόβατα) κι είπεν: “μα πραάτα σκουλλιά”. Κι ηπολο(γ)ήθην η πραάτα: “εν σου ρέγουν τα σκουλλιά μου;” και κείνη – ν – ήταν η Πανούκλα – κ'ι' είπεν του: είναι – ν – πούσεις λα(δ)ι, ειδεμή ήθελα να σε σ' σάσω. [λάδι= Είχε λάδι το καντήλι του, είχε χρόνια].
Τον γκαιρό του θανατικού εί(δ)αν το μια φορά ζα (σα) νάτον (ήτο) τζυό σσ' υλλομούρηδες (σκυλλομούρηδες) ο ένας ήπαιζεν το φραγγιασμένο (βραχνιασμένο) λυρί κι ηχορέβαν τα χώματα κ' ι' ο άλλος ηκράτει το έγγραφο και κατάγραφε στα σπίgια κείνους που θέλασιν να πάρουν. Κείνος που κρατούσε το έγγραφο ρωτ…
Τον καιρό του θανατικού (1839 – 40) μονον τ’ Αρ’ζινώντα (δ)εν ημολώθησαν (μολύνθησαν) γιατί εν τω ‘φήκεν. Η Γαλαgιανή, που ‘τον το Μετόσιν της στ’ Αρ’ζινώντα. Κάθε μέρα ήθελαν να πάσιν οι μόρτες (φύλακες που είγαν βγάλει την αρρώστεια) που την γκορφή της Παρασέβαστης κι ηφωνάζαν κάτω στ’ Αρ’ζινώντα …
Γουλιώ= φοβούμαι τα φαντάσματα πχ “γουλιώ γιατί τα περα είναι γουλιασμένα= φοβούμαι διότι εδώ πέρα είναι μέρη, όπου υπάρχουσι φαντάσματα.
Γοργόνα οι Καλύμνιοι καλούσι την γυναίκα, ήτις ή ολίγον κοιμάται ή είναι πολύ ισχυρά ή εργάζεται υπέρ το δέον. Και το βρέφος το ολίγον υπνώττον καλού γοργόνιον. Στρίγλα καλούσιν ούτω τη πηχαί ερίζουσαν γυναίκα, Δράκαιναν ς δράκον τον υπερβάλλοντα ρώμη.
Κ’ειά που λειτούργα-ν-ό παπά-Σωφρόνιος, παράνυχτα, ημπράαλε (πρόβαλε) μια σέρα (χέρι) που τηθ θυρί(δ)αν του ιερού κ’ ι’ ηφόηθηκεν ο παπάς κ’ι’ ηφώαξε τ’ αφέντη του, που ‘τον κ’ειά κοντά. Κ’ι είπεν του: εν (δεν) ηβόλει να φάσεις το βαγγέλιο και να πο(γ)υρίσεις κ’ειά που ΄τον τα μνήματα, που θελες να …
Του Μα τον ψυχό ήμπαν οι πεθαμμένοι σ' ένα σπίτι, που κάμναν τα κόλλυβα, κι ηνεμασσούντο (αναμασσούσαν) κι ύστερις ήβγαν όξω, ήβ'ζε κ'ι ι νοικοκυρά στην ταράτσα κι εί(δ)εν ένα σσ'ωρό (έναν σωρό) κόσμο όλο παππουλιασμένοι κι ήπαιζεν ένας πο μπρος παιχνί σαν πιναύλι. [Παππουλιασμένοι, ασπροντυμένοι, σ…
Ήρτεν ιστορία κ'ι ήλεε μια (γ)υναίκα για τα Στοισειά ανήμερα του Ψυχού του Μα, πούτον στην καλύβα, στους Ποταμούς κάτω που τον Ταξιέρση, κ'ι' η(γ)ύρισεν κι εί(δ)ε πεθαμμένους καλλικεμένους στην κουμούλλα. σιλιά(δ)ες – μυριάες. Κι ο Παλιορημιώτης (Πανορμίτης), πούβζεν (βγήκε) αλλαμένος με τις φουσταν…
Μια Κοκκαλαρ'ζιανή ήθελεν από πισπέρας το κριθάριν της σ' έναμ μύλο στηλ Λαγκά. Κι όντας ηξέλεσεν το κριθάριν της κ'ι' ήτον πλιο παράνυχτα, τόβαλε στου μου(γ)ούρι, το σήκωσε κ'ι' ηπάαιννε στν Κοκκαλαρ'ζιά στον σπίτιν της όταν ήρτε στα Τσούκκουα, ίντα να (δ)ει: κόσμον, ασ΄σέρι, παιχνίgια, λύρες λαούτ…
Στη Γλυκοσυκιά πο 'πόξω που τον Ταξιέρση κ'ειά που πάαιννε μια γιρζιά (γριά) στραβή με την αγκόνη της, απάντηξέν τους μια πέρδικα με το κίτρινο τσεμπέρι κι' όλο ήζωννε την κόρη κι ήλεεν της παλιάς (ν)α την ψάσει (πιάσει), μαι κείνη εν την ήφηννε κι ηλεέν της, πως ήτον κουρούνα γιατί ήξερε, πως ήτον …
Την ίδια βρα(δ)ινή που πνι(γ)ηκεν η Μαρία η Κατσαίναινα με τον καπνό του καμινιού, που 'τον κολλητά στο σπίτιν τους, στο Τσουκαλιό, εί(δ)εν η Αγλαϊα gυο μαυροφόρες με μιάλα γόgια κ'ι΄ ηρώτηξέν τες, που ηπαέννασιν κι είπαν της, πως ηπα(γ)αίνναν στο Τσουκκαλιό για την τάδε την αβζήν ευτύς ηκούστη το χ…
Κ'ειά που κοιμάτον στ' αλώνι μια (γ)υναίκα, ηπήασιν τζυό άλλες (γ)υναίκες κ' ι΄ ήκουσεν τες που λέασι: μαρή, κ' αι φτή (αυτή) κάθεται (σεπασμένη ώσπανω, (δ)εν ηβόλει (ν)α τον πλαγιασμένη στημ μέσην τ' αλωνιού, παρά ήπηεν έξω στον Τιρζάλλικα. Τάχατες θα μπορούσαν να την πειράξουν, αλλά η μια ήταν συγ…
“Τόσει (έχει) το ζώπη(γ)ό σ' σου να γουλιάς”, λέει ο λαός, να δειλιάς ή να φοβάσαι φαντάσματα και Στοισειά.
Του Μά(Μαϊου) τον ψυχό (ο ψύχος) και τρία κουννιά στάρι να ψάσεις και να πάεις μες τη σπηλιά ν(α) τα μα(γ)ερέψεις και (ν)α τα θυμιάσεις – και χωρίς παπά – και να τα ρήξεις στηθ θάλασ'σα, βρίσισ'σει η φυσή ανάπαψη, θέλει σκοτωμένος είναι, θέλει πνιμένος, θέλει με του Θεού τον θάνατο.
Ο Σατσελλάρης ο Ξεπαραλυμένος πήεν εις το ψάρεμα που το Καστέλλι τ'σι ήταν πολλύ – νύχτα επήεν σ' έναν τοίχο τ' σ' ηπλάγιασεν τσ' ιαγά (εκειδά) ήκουσεν μιαφ φωνή που του λεεν: “σήκου πο πάνω μου, (δ)εν ήμουν τσ'ι' εγώ άθρωπος, μόνον ήρτες τσ'ι ηπλάγιασες πο πάνω μου κι ηματσέλλεψες τα κόκκαλά μου”. …
Ο Ταξιέρσης (ο Αρχάγγελος) είναι κλεφτ- Αρβανίτης κλέφτει τις ψυσές.
Τον καιρό του θανατικού ηφήννασιν τα νοικοκυρζ’ιά τους κ’ι΄ηπαέννασιν κ’ι΄ηκάθουντο μες στους σπήλιους. Της μιανής ηπέθαινεν το παιΐν της κι η άλλη νανούριζεν ‘κόμα το ικόν της (δικό της) κ’ι’ ηπεθαίναν γούλοι (όλοι) τους κ’ι΄η(γ)ένουντο Στοισειά, κ’ ιαί τον ψυχόν του Μα ηφαντάζασι κ’ι’ ηναναρίζαν τ…
Όταν κόψει κανένας το δαχτυλό του και βγάζει αίμα, λέμε, ότι θα βγη πό κειά η ψυχή του.
Ζαν (σαν) θα μπαίννεις στο λεμάνι του Βαθύ, στη Ρήνα, στην (δ)εξιά μερζιά (μεριά), στημ μέση ενούς γκρεμού, πάνω που τηθ θάλασσα, έσει ένα σπήλιο και λιώντον (τον λένε) Δασκαλειό, κ’ι’ ήτον, λέει, Σκολείο τον παλαιόν γκαιρό. Ίσ’σα κάτω, σε μια θαλασσωμένη πέτρα, είσεν μιαν κρικέλλα, κ’ι’ αντίκρυ πέρ…
Ο Μανώλης της Λουλλουgιάς ίσσ'σαμε πενήντα χρονώ ήτομ πλαγιασμένος τσ' ειά (κειά) στο Μαρ'ζί, κοντά στη βρύση μιαν νύχτα του Μαγιού τ'σειά που κοιμάτο, τις αβ΄ζιές ήκουσεμ 'πό πάνω μουρμουρίσματα τσ' ηξέσσ'έπάστηκε κι εί(δ)εν τρεις ζυναίκες που τον είχαν τριχο(γ)υρισμένον κι ημοιρολοούνταν κι ηρσίνη…
Πο πώξω από το χορό πολλά τραούγκια ξέρω
Κάθε κουκκουβάι στη φωλιά του βασιλιάς
Όπου ε θέλει να ζουμώση, πέντε μέρες κοσσινίζει
Πέ μου ψούς ομίεις νά σού πώ ψός είσαι
Ολλοί στου γέρον, που τον πιάσουν γγυό σπασμένοι
Ή πράξε ή μετάπραξε ή που το γκόσμον λείψε
Που ζήση μεταζώνεται
Η θάλασσα εμ πίννεται αλλά δοκιμάζεται
Παρά γαουροβλέπης κάλλιο γαουροδίτης
Ακαμάτης και φαάς πρέπει να ένη και παπάς
Μίλει με κώλο να ης πορδές
Αλλοίμονον τον α εν έσει νύσσα να ξυστή
Που δεν έσει μάννα κι' αερφή βουθά τον η νύχτα κ' η αυγή
Τόπος συλλογής
1
Προβολή λίστας
Εθιμικαί τελεταί κατά τον απόπλουν των σπογγαλιευτικών εκ της Καλύμνου δια το θερινόν ταξίδι σπογγαλιείας
Τόπος αναφοράς
1
Προβολή λίστας
Εθιμικαί τελεταί κατά τον απόπλουν των σπογγαλιευτικών εκ της Καλύμνου δια το θερινόν ταξίδι σπογγαλιείας
Τοπωνύμιο
17
Προβολή λίστας
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Κάλυμνος
Τόπος καταγωγής
1
Προβολή λίστας
Κάλυμνος
Τόπος
9
Προβολή λίστας
Όνομα χωριού
1
Προβολή λίστας
Κάλυμνος
Τόπος σύνταξης πηγής
15
Προβολή λίστας
Κανονισμός Δημογεροντίας Καλύμνου, από 20 Δεκεμβρίου
Νοταριακά, ιδιωτικά δικαιοπρακτικά έγγραφα και αποφάσεις γενικών συνελεύσεων κοινοτήτων
Ακτιναμέδες προνομιακών ορισμών υπέρ των Κυκλάδων των ετών 1580, 1621 και 1646. Σουλτανικά φιρμάνια 1836 και 1840 προς Ικαρία, Πάτμο, Λέρο, Κάλυμνο. Ψηφίσματα Ικαρίων του 1795 και του 1838. Ιδιωτικά δικαιοπρακτικά έγγραφα
Ιδιωτικά δικαιοπρακτικά έγγραφα
Διοικητικά έγγραφα και δικαστική απόφαση σχετικά με προνόμια των ιπποτοκρατούμενων περιοχών στην λατινική και ιταλική γλώσσα
Νοταριακά και διοικητικά έγγραφα, αποφάσεις του Μεγάλου Μαγίστρου της Ρόδου στην λατινική και ιταλική γλώσσα
Διορισμός αντιπροσώπων κοινότητας
Ιδιωτικά δικαιοπρακτικά έγγραφα
Έγγραφα της οθωμανικής διοίκησης (σε αυθεντική ελληνική μετάφραση) αναφερόμενα σε ζητήματα της διοικητικής, δικαστικής και οικονομικής οργάνωσης των νησιών της Ικαρίας, Καλύμνου, Λέρου και Πάτμου. Έγγραφα τοπικών δημογεροντιών
Κανονισμός σωματείου σπογγαλιέων
Διαθήκη
Μίσθωση εργασίας
Κοινοτικός κανονισμός
Κανονισμός ενοικίασης εκκλησιαστικών κτημάτων
Προικοσύμφωνο
Αναφερόμενοι τόποι
9
Προβολή λίστας
Υπόμνημα των νήσων Καλύμνου, Σύμης, Λέρου, Ικαρίας, Πάτμου, Αστυπαλαίας, Νισύρου, Χάλκης, Τήλου, Καρπάθου, Κάσσου και Καστελλορίζου, πρός Υψ. Πύλην, περί διατηρήσεως τών προνομίων των
Κανονισμός Δημογεροντίας Καλύμνου, από 20 Δεκεμβρίου
Κανονισμός, από 20 Δεκεμβρίου, τής Δημογεροντίας Καλύμνου
Κανονισμός, 18 Ιανουαρίου, δικαιωμάτων καί υποχρεώσεων σπογγαλιέων Καλύμνου, «πλοιάρχων, δυτών, μαλσαπήδων, κωπάδων»
Κώδιξ, από 18 Ιανουαρίου, τών εθίμων Καλύμνου, περί προικός, κληρονομιάς καί σπογγαλιείας
Φιρμάνιον σ. Μαχμούτ Β', περί προνομίων τών νήσων Πάτμου, Ικαρίας, Λέρου και Καλύμνου
Ψήφισμα Β' τού γενικού πολιτεύματος τής Τετρανήσου (Πάτμου, Λέρου, Καλύμνου και Ικαρίας) τής 14 Μάιου
Έγγραφον τών αντιπροσώπων τών Συμμάχων Αυλών, απευθυνουσών 28 ερωτήματα, από 9 Οκτωβρίου
Φιρμάνιον σ. Μαχμούτ Β', περί τών προνομίων τών επανελθουσών υπό τόν τουρκικόν ζυγόν τεσσάρων νήσων Καλύμνου, Πάτμου, Λέρου και Ικαρίας
Κάλυμνος. -
Identifier:
76420
Internal display of the 76420 entity interconnections
(Node labels correspond to identifiers)
Loading..
Legend
Navigation
Info
Loading..
Controls
Freeze
Thaw
Fit
Narrowness
Inferred