Αντρζειωμένος= ανδρειωμένος, ο έχων μεγάλην ανδρείαν.

  1. Ψηφιακό τεκμήριο
  2. Παραδόσεις (Λαϊκές αφηγήσεις)
  3. Καλαβρός, Μιχαήλ
  4. Κάλυμνος.
  5. 1894
  6. Ελληνική - Λόγια ελληνική
  7. Ελληνικά
  8. Μη προσδιορισμένη
  9. https://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/4.0/deed.el
  10. Παραδόσεις
  11. Παραδόσεις Α΄- Θ΄
  12. Αρ. 887, 270, Κάλυμνος, Καλαβρός
  13. 887
  14. Αρχείο Χειρογράφων
  15. Παράδοση ΣΤ
  16. 261506/Κάλυμνος