Πρώτα οι Τετράες κ’ι η Παρατσεβζή κ’ι η (Δ)εφτέρα η(γ)ένουνταν (γ)υναίκες. Μια παπαgιά ήκαμνε παράνυχτα τουνούκλα, Τετράη – βρά(δ)υ, κ’ι ήρτεν που το πανωπόρτι μια (γ)υναίκα κ’ι είπεν της: λίμενε (περίμενε) α (να) πα φέρω τηδ δουλειά μου (ν)α νυχτερέβγομεν αντάμα, ύστερις ημάλλωσέν της ο παπάς πρύξε…
Πρώτα οι Τετράες κ’ι η Παρατσεβζή κ’ι η (Δ)εφτέρα η(γ)ένουνταν (γ)υναίκες. Μια παπαgιά ήκαμνε παράνυχτα τουνούκλα, Τετράη – βρά(δ)υ, κ’ι ήρτεν που το πανωπόρτι μια (γ)υναίκα κ’ι είπεν της: λίμενε (περίμενε) α (να) πα φέρω τηδ δουλειά μου (ν)α νυχτερέβγομεν αντάμα, ύστερις ημάλλωσέν της ο παπάς πρύξερεν το κακό κ’ι ήπφεσε (πλάγιασεν) κ’ αι κ’ειά έρσεται και βροντοχτυπά τημ πόρτα. Ήταν η Τετράη (Τετάρτη), που ήπηεν γκ’ ηφερέν της σύνωρον νεκρό κι ήθελε να της τον ρήξει μπρος της να τον χωρεί (θωρεί) ούλη την νύχτα. Και σαν ήτον κλειστά η πόρτα, ηδάγκα τα δαχτύλια της κ’ι’ ηλεέν της: ά! μαρή, κ’ι ας τόξερα, να μην αρζήσω (αργήσω).
Πρώτα οι Τετράες κ’ι η Παρατσεβζή κ’ι η (Δ)εφτέρα η(γ)ένουνταν (γ)υναίκες. Μια παπαgιά ήκαμνε παράνυχτα τουνούκλα, Τετράη – βρά(δ)υ, κ’ι ήρτεν που το πανωπόρτι μια (γ)υναίκα κ’ι είπεν της: λίμενε (περίμενε) α (να) πα φέρω τηδ δουλειά μου (ν)α νυχτερέβγομεν αντάμα, ύστερις ημάλλωσέν της ο παπάς πρύξε… - Identifier: 537648
Internal display of the 537648 entity interconnections (Node labels correspond to identifiers)