- Ψηφιακό τεκμήριο (Ηχητικό Αρχείο)
- Ηχητικό αρχείο του προγράμματος «Μνημεία Νεοελληνικού Λόγου»
- 2004
- Βοσκίνα Αρκαδίας
-
-
Το ένα έκι φκειάνου τσεράμου. Ο άλλε έκι έχου βότσου. Άbελε.
Λοιπόν, ο ένα έκι θέου το βρέχο, ο άλλε όκι θέου νι.
Εζάτσε, εbαΐτσε τάτσου α γρία, τσαι ο γέρο νι επέτσε. Επέτσε θα βρέτσει...δε θα βρέτσει. Να ’ράμε!
- Για τα καbζία ένι ρωτού, για τα καbζία!
Επέτσε ο γέρου:
- Γρία, βρέτσει δε βρέτσει τον ένα υζέ θα ν’ άρει ο διάβολε!
Ένα άλλε γέρου με τα γρία σι ήgιαϊ α’ουνούdε, αλλά εκατσάτσε ο αέρα τ’ αργά και όκι φουσού, όκι φουσού, για να ταΐσει τ’ άχουρα, να λιχνίσωι.
Λοιπόν, επέτσε ο γέρου:
- Έ’α γρία να τσοιτάτσουμε, να κιούψουμι λιγάτσι και τα νιούτα, π’ θα τάει ο βορία, να τάμε, να λιχνίσωμε.
Ο γέρου κια να ν’ άρη ο ύπρε; Έκι κασήμενε ο κακόμοιρε κι έκι αφουgρασκούμενε μην τάει ο βορία! Έ,... ενιάτσε σου-σου-σου-σου-σου το βορία! Εσκουgίε τα γρία, νι επέτσε:
- Ετάτσε, γρία!
Α γρία ν’ επέτσε:
- Να σούψου, γέρου, να σούψου;
- Ταν κακά ψουχρά dι! Ο βορία ετάτσε!
- Άρε λιγάτσι κρίε! Το άρτουμα ένι καλέ;
- Καλέ, καλέ!
- Ένι dουτέ. Έgεινι το γα ένι dουτέ. Ένι dουτέ το γα τσ’ ένι bαΐdα το βούτσιουρε.
Έdενη τον τσαιρέ: «Κουβάνιου το γα; Κουβάνιου! Κουβάνιου το γα; Κουβάνιου!» (Είναι μαύρο το γάλα ποτέ; Κι όμως οι γυναίκες σου λένε το γάλα είναι μαύρο. Συμφωνούσε ο άντρας).
- Οι γουναίτσε είνι έgουdε για δουλείε τα χώρα νιούμου;
- Ναι
- Είνι έgουdε!
- Είνι έgουdε για ταν κρεβάτα. Όνι για δουλεία!
- Τα σύdαχα α γουναίκα όριγε εζυμούτσε τσ’ εβαλήτσε το κάλι το φούρνε
- Όνι ορούσι κα; Όνι ορούσι κα;
- Όνι ορούσι κα τι θα πει;
- Όνι ορούσι κα.
- Εκιού τσι έσ’ ’αού;
- Τι είπατε;
- Εκιού τσι έσ’ ’αού;
- «Εσύ τι λέγεις». Τό ‘πιασε!
- Εζού ένι ’α’ού, εζού ένι ’α’ού ότσι οι γουναίτσε (- Έdανη ένι α καλύτερε δουλεία!), εζού ένι ’α’ού ότσι οι γουναίτσε εχάκαϊ από τότε π’ άgαϊ τα ίσα δικαιούματα. Οι γουναίτσε εχάκαϊ τα χούρα νάμου τα δικαιούματά σου.
Α στενοχώρια τον άνθρωπο ένι α σκωρία το σίδερε.
Α παdρεία ένι σα dο ζευγάρι το καλέ! Λαχείε, λαχείε!
Επέτσε να βάλει ένα σφαχτέ να φάμε ... Ταν πορεία πη θα κεινάσωμε, ας φάμε. Εμ’ έχουdε τσαι ύ’ω. Να ζάτε απ’ οπά από τα Πραματευτά να μάθετε τα Τσακώνικα. Να ζάτε απ’ οπά, ταν άβα πορεία.
Λοιπόν, θα ζάμε να νι οράμε τσαι από ’τσει τσ’ ύστιρα ....
-
-
-
Ο ένας [γιος] έφτειαχνε κεραμίδια. Ο άλλος [γιος] είχε σταφύλια. Άμπελο.
Λοιπόν, ο ένας [γιος] ήθελε τη βροχή, ο άλλος δεν την ήθελε.
Επήγε, βγήκε έξω η γριά και ο γέρος της είπε: Είπε, θα βρέξει... δε θα βρέξει. Να δούμε!
- Για τα παιδιά ρωτώ, για τα παιδιά!
Είπε ο γέρος:
- Γριά, βρέξει δε βρέξει, τον ένα γιο θα τον πάρει ο διάβολος! [= ό,τι και να ευχηθούμε, τον ένα θα τον βλάψουμε οπωσδήποτε.]
Ένας άλλος γέρος με τη γριά του αλώνιζαν, αλλά κάθισε [= έπεσε, σταμάτησε] ο αέρας το βράδυ και δεν φυσούσε, δεν φυσούσε, για να ανασηκώσει τα άχυρα, να λιχνίσουν.
Λοιπόν, είπε ο γέρος:
- Έλα γριά να ξαπλώσουμε, να κοιμηθούμε λιγάκι και τη νύχτα που θα σηκωθεί ο βοριάς, να σηκωθούμε, να λιχνίσουμε.
Ο γέρος πού να τον πάρει ο ύπνος; Καθόταν ο κακόμοιρος κι αφουγκραζόταν μην φυσήξει ο βοριάς! Έ, ....ένιωσε φου –φου – φου το βοριά [να φυσάει]. Εσκούντησε τη γριά, της είπε:
- Σηκώθηκε, γριά!
Η γριά του είπε:
- Να γείρω, γέρο, να γείρω;
-Την κακή ψυχρή σου! Ο βοριάς σηκώθηκε!
- Πάρε λιγάκι κρέας! Το τυρί είναι καλό;
- Καλό, καλό!
- Το τυρί είναι χτυπημένο [= αποβουτυρωμένο]. Αυτό εδώ το γάλα είναι χτυπημένο. Είναι χτυπημένο το γάλα και βγαίνει το βούτυρο.
Αυτήν την εποχή: «Μαύρο το γάλα; Μαύρο! Μαύρο το γάλα; Μαύρο!» (Είναι μαύρο το γάλα ποτέ; Κι όμως οι γυναίκες σου λένε το γάλα είναι μαύρο. Συμφωνούσε ο άντρας). [= Πετάει ο γάιδαρος; Πετάει!].
-Οι γυναίκες πηγαίνουν για δουλειές στη χώρα σας [= στο χωριό σας];
- Ναι.
- Πηγαίνουν!
- Πηγαίνουν για το κρεβάτι. Όχι για δουλειά!
- Το πρωί η γυναίκα εδώ [= ώδε] εζύμωσε και έβαλε το ξύλο στο φούρνο.
- Δεν βλέπει καλά; Δεν βλέπει καλά;
- Όνι ορούσι κα τι θα πει;
- Δεν βλέπει καλά.
- Εσύ τι λες;
- Τι είπατε;
- Εσύ τι λες;
- «Εσύ τι λέγεις». Τό ‘πιασε!
- Εγώ λέω, εγώ λέω ότι οι γυναίκες ( - Αυτή είναι η καλύτερη δουλειά!), εγώ λέω ότι οι γυναίκες έχασαν από τότε που πήραν τα ίσα δικαιώματα! Οι γυναίκες έχασαν στο χωριό μου τα δικαιώματά τους [= τα πραγματικά].
Η στενοχώρια στον άνθρωπο είναι [όπως] η σκουριά στο σίδερο [= τον τρώει].
Η παντρειά είναι σαν το καλό ζευγάρι [βοδιών, για το όργωμα]! [Είναι] λαχείο, λαχείο!
Είπε να βάλει ένα σφαχτό να φάμε ... Στο δρόμο που θα πεινάσουμε, ας φάμε. Έχουμε και νερό. Να πάτε από εκεί, από την Πραματευτή [χωριό], για να μάθετε τα Τσακώνικα. Να πάτε από εκεί, [από] τον άλλο δρόμο.
Λοιπόν, θα πάμε να το δούμε και από εκεί και ύστερα ...
-
-
-
Χειρόγραφο αποστολής έτους 2004 (υπό καταγραφή)
-

