- Ψηφιακό τεκμήριο (Ηχητικό Αρχείο)
- Ηχητικό αρχείο του προγράμματος «Μνημεία Νεοελληνικού Λόγου»
- 1997
- Ριζοσπηλιά Αρκαδίας
-
-
Οι νεράιδες, τίποτα. Εδώ ο αέρας σηκώνεται, σηκωνόταν να μας στραβώσει, και σήκωνε έτσι σαρίδια κι αυτά, και λέγαμε: νεράιδες είναι. Αυτό ήτανε. Νύχτα δεν έχω ιδεί τίποτα. Μόνο μια φορά, ’χαμε φυστίκια, κι όπως πήγα, δεν είχαμε νερό, κουβαλάγαμε ζαλιά τα βαρέλια τότε, και πήγα εγώ, - δε φοβόμουνα, τι ήμουνα εγώ, ήμουνα πάνω στα καλά μου, αυτά, δε φοβόμουνα - και πήγα στσις δωδεκάμιση με μία η ώρα, ηθέλαμε το πρωί να πάμε για να βγάλουμε φυστίκι. Και όπως επήγαινα, το νερό - αυτό μού ’χει μείνει, δε θα το ξεχάσω ποτές - το νερό εκοιμότανε. Και δεν εχτύπαε καθόλου από τη βρύσ’, να πέσει κάτου το νερό. Και μόλις εζύγωσα κοdά ακούω ένα gουπ στη βρύση. Και είπα το Πατερημών κι αυτά, κι αμολύθη το νερό και γέμισα το βαρέλι, ζαλώθηκα κι έφυγα. Κι ήρθα σπίτι και τόλεγα στο bεθερό. Μου λέει ο πεθερός μου «τό ’χω ακούσει, μου λέει, ψέμματα δε λες, τό ’χω ακούσει ότι το νερό κοιμάται», μου λέει. Εγώ όμως τό ’δα στη bραγματικότητα. Αλλά δε φοβήθηκα όμως καθόλου. Ήτανε φεγγάρι σαν ημέρα.
Της Αναλήψεως έβραζε η μάνα μου η σχωρεμένη βατόμουρα και μας επότιζε, κορφάδα από βάτο και τη bίναμε, ήτανε καλό αυτό, βατόμουρα. Και μας έδινε και στάχτη, το φούρνο, μας άλειφε το δάχτυλό της και μας ετάιζε στάχτη, γιατί ήτανε καλό, λέει, για τα λαιμά, για πάνdα, για πάνdα. Είχε ακούσει από άλλη, από τη μάννα της.
Τ’ Αγιο-Τρυφώνου τίποτα, αγιασμό διαβάζει ο παπάς για τα περιβόλια, στην εκκλησία. Πάνε και παίρνουνε, αυτός ο αγιασμός μπορείς να dονε χρησιμοποιήσεις όλο dο χρόνο, να ρίξ’ς και στα περιβόλια, ενώ του Φωτώνε δεν dονε κουνάνε, δεν dονε σειούνε τον αγιασμό. Το κρεμάμε κατευθείαν που το παίρνουμε. Πίνουμε νηστικοί προτού το τοποθετήσουμε, θα το βάλουμε στο ποτιλάκι, και θα το βάλουμε στο εικόνισμα, Δε dο σειούμε καθόλου, μέχρι του χρόνου, να μη dο γρασκελίσει τίποτα.
Σφάζαμε το χοιρινό, το αλατίζαμε, το ξεφερτσιάζαμε, βγάζαμε το gαρούτζο, του βγάναμε τη φέρτσα και το κομματιάζαμε μετά το χοιρινό το ψαχνό, τ’ αλατίζαμε σε μεγάλες κόφες, τ’ αφήναμε αλατισμένο δυο-τρεις μέρες το χειμώνα, τό ’πιανε τ’ αλάτι καλά. Μετά το λιώναμε, το βάζαμε το βράζαμε, το χύναμε το πρώτο νερό, μετά του ρίχναμε άλλο, το βράζαμε αυτό καλά, μετά το τσιγαρίζαμε, βάναμε λίπος από το ίδιο. Βάζαμ’ απάνω, ήσαdε χώρια η σκόρτσα του γουρουνιού, χώρια η πέτσα του και χώρια το βασιλικό. Έχει ειδικό, έχει και πέτσα και βασιλικό το χοιρινό, το παχύ, και μετά είναι το ψαχνό. Και το κόβαμε κομματάκια-κομματάκια, το νεροβράζαμε το παχύ κι έλιωνε μόνο του αυτό -το βασιλικό- και ρίχναμε το ψαχνό μέσα στο λίπος για να πάρει να τσιγαριστεί, να κοκκινίσει, να γίνει ωραία τσιγαρίδα.
Εdύναμε λοκάνικα, dύναμε, είχαμε φτιάξει μόνες χωνάκια, ειδικό, τό ’χαμε κόψει με το ψαλίδι, στη μια μεριά. Βάζαμε το στάρι, το ζεματάγαμε, του ρίναμε πορτοκαλόφλουδα μέσα, του ρίναμε γαρύφαλα, σκόρδο, κρεμμύδι, ’φτά, και dύναμε μοναχές μας οματιές και λοκάνικα. Οματιά του χοιρινού, με στάρι, bλουγούρι το λέγαμε. Το στάρι το ζεματάγαμε και γινότανε bλουγούρι ’φτό και έπηζε και γεμίζαμε την οματιά, το έdερο. Κρατάγαμε τη μια μεριά το χωνί και την άλλη το ζπώναμε με το δάχτυλο, έτσ’.
-
-
-
Οι νεράιδες, τίποτα. Εδώ ο αέρας σηκώνεται, σηκωνόταν να μας στραβώσει, και σήκωνε έτσι σκουπίδια κι αυτά, και λέγαμε: νεράιδες είναι. Αυτό ήτανε. Νύχτα δεν έχω δεί τίποτα. Μόνο μια φορά, είχαμε φυστίκια, κι όπως πήγα, δεν είχαμε νερό, κουβαλάγαμε φορτωμένοι τα βαρέλια τότε, και πήγα εγώ - δε φοβόμουνα, τι ήμουνα εγώ, ήμουνα πάνω στα καλά μου, αυτά, δε φοβόμουνα - και πήγα στις δωδεκάμιση με μία η ώρα, θέλαμε το πρωί να πάμε για να βγάλουμε φυστίκι. Και όπως πήγαινα, το νερό - αυτό μού ’χει μείνει, δε θα το ξεχάσω ποτέ - το νερό κοιμότανε. Και δεν έβγαινε καθόλου από τη βρύση, να πέσει κάτω το νερό. Και μόλις πλησίασα κοντά ακούω ένα γκουπ στη βρύση. Και είπα το Πατερημών κι αυτά, κι αμολύθηκε το νερό και γέμισα το βαρέλι, [το] φορώθηκα κι έφυγα. Κι ήρθα σπίτι και τόλεγα στον πεθερό. Μου λέει ο πεθερός μου «τόχω ακούσει, μου λέει, ψέμματα δε λες, τό ’χω ακούσει ότι το νερό κοιμάται», μου λέει. Εγώ όμως τό ’δα στην πραγματικότητα. Αλλά δε φοβήθηκα όμως καθόλου. Ήτανε φεγγάρι σαν ημέρα.
Της Αναλήψεως έβραζε η μάνα μου η συγχωρεμένη βατόμουρα και μας πότιζε, κορφάδα από βάτο και την πίναμε, ήταν καλό αυτό, βατόμουρα. Και μας έδινε και στάχτη, το φούρνο, μας άλειφε το δάχτυλό της και μας τάιζε στάχτη, γιατί ήτανε καλό, λέει, για τα λαιμά, για πάνdα, για πάνdα. Είχε ακούσει από άλλην, από τη μάννα της.
Του Αγίου-Τρύφωνα τίποτα, αγιασμό διαβάζει ο παπάς για τα περιβόλια, στην εκκλησία. Πάνε και παίρνουνε, αυτό τον αγιασμό μπορείς να τον χρησιμοποιήσεις όλο το χρόνο, να ρίξεις και στα περιβόλια, ενώ των Φώτων δεν τον κουνάνε, δεν τον σειούνε τον αγιασμό. Το κρεμάμε κατευθείαν μόλις το παίρνουμε. Πίνουμε νηστικοί προτού το τοποθετήσουμε, θα το βάλουμε σε μικρή μποτίλια, και θα το βάλουμε στο εικόνισμα, Δεν τον κουνάμε καθόλου, μέχρι του χρόνου, να μην τον δρασκελίσει [= πηδήξει, περάσει] τίποτα.
Σφάζαμε το χοιρινό, το αλατίζαμε, το ξεψαχνίζαμε, βγάζαμε το λαρύγγι, του βγάζαμε τη φέρτσα και το κομματιάζαμε μετά το χοιρινό το ψαχνό, το αλατίζαμε σε μεγάλες κόφες, το αφήναμε αλατισμένο δυο-τρεις μέρες το χειμώνα, τό έπιανε το αλάτι καλά. Μετά το λιώναμε, το βάζαμε [και] το βράζαμε, το χύναμε το πρώτο νερό, μετά του ρίχναμε άλλο, το βράζαμε αυτό καλά, μετά το τσιγαρίζαμε, βάζαμε λίπος από το ίδιο. Βάζαμε απάνω, ήταν ξεχωριστά η σκόρτσα [= το ψαχνό] του γουρουνιού, ξεχωριστά η πέτσα του και χώρια το «βασιλικό» [= το λίπος]. Έχει ειδικά μέρη, έχει και πέτσα και βασιλικό το χοιρινό, το παχύ, και μετά είναι το ψαχνό. Και το κόβαμε κομματάκια-κομματάκια, το νεροβράζαμε το παχύ κι έλιωνε μόνο του αυτό, το «βασιλικό», και ρίχναμε το ψαχνό μέσα στο λίπος για να πάρει να τσιγαριστεί, να κοκκινίσει, να γίνει ωραία τσιγαρίδα.
Εντύναμε λουκάνικα, ντύναμε, είχαμε φτιάξει μόνες χωνάκια, ειδικά, τά ’χαμε κόψει με το ψαλίδι, στη μια μεριά. Βάζαμε το σιτάρι, το ζεματάγαμε, του ρίχναμε πορτοκαλόφλουδα μέσα, του ρίχναμε γαρύφαλα, σκόρδο, κρεμμύδι, αυτά, και ντύναμε [= γεμίζαμε] μοναχές μας οματιές [= μεγάλα έντερα] και λουκάνικα. Οματιά του χοιρινού, με σιτάρι, πληγούρι το λέγαμε. Το σιτάρι το ζεματάγαμε και γινότανε πληγούρι αυτό και έπηζε και γεμίζαμε την οματιά, το έντερο. Κρατάγαμε στη μια μεριά το χωνί και στην άλλη το ζουπάγαμε με το δάχτυλο, έτσι.
-
-
-
Χειρόγραφο 1388, έτους 1997
-

